«Η Ινδία που αγάπησα και διάλεξα να σκορπίζω πολλά χαμόγελα και τα πιο ευγενικά κομμάτια της ψυχής μου». Από τη Βίκη Χρηστάκη
Απόψε θα κοιμηθώ σε ένα hostel που θα μπορούσε να βρίσκεται οπουδήποτε στον κόσμο. Όλο τον προηγούμενο μήνα κοιμόμουν στο Rishikesh. Το Rishikesh δεν θα μπορούσε να είναι πουθενά αλλού στον κόσμο παρά μονάχα στην Ινδία. Το Rishikesh είναι η Ινδία. Η Ινδία που αγάπησα και διάλεξα να σκορπίζω πολλά χαμόγελα και τα πιο ευγενικά κομμάτια της ψυχής μου.DOCTV.GR
14 Ιουλίου 2017
Η Ινδία είναι μια χώρα ξεχωριστή. Το Rishikesh όμως είναι ιερό. Αν η Ινδία είναι ο ήλιος, το Rishikesh είναι το φεγγάρι και η ιερότητα του φεγγαριού πάντα με συγκινούσε περισσότερο, εφόσον είναι στην φύση του να την παραμερίζει επιμελώς, επιτρέποντας μου να το κοιτάζω με γυμνά μάτια. Και αν δεν πιστεύεις στην ιερότητα του ήλιου και του φεγγαριού, σου έχω συσχετισμό λιγότερο ποιητικό και περισσότερο γήινο. Για να το καταλάβουν όλοι ακόμα και αυτός που πιστεύει ότι το πεπόνι είναι απλά ένα φρούτο ή αυτός που πιστεύει ότι οι τίγρεις ανήκουν στο ζωικό βασίλειο. Οπότε, αν η Ινδία είναι ένα κομμάτι σοκολάτας το Rishikesh είναι ένα κομμάτι σοκολάτας που έχει λιώσει. Και αν μπορώ να φανταστώ κάποιον να αρνείται ένα κομμάτι σοκολάτας, δεν μπορώ να φανταστώ ούτε μια ανθρώπινη στοματική κοιλότητα να μην υγραίνεται λίγο παραπάνω προσκυνόντας έτσι την ιερή ρευστή σοκολάτα.
Την Ινδία (και όπου Ινδία βάλε Rishikesh) την αγάπησα βαθιά γιατί συνειδητοποίησα άθελά μου τα παρακάτω: α) αγαπούσα λίγο παραπάνω εμένα. β) αγαπούσα πολύ παραπάνω τους ανθρώπους γ) αγαπούσα την φύση γύρω μου τόσο, ώστε ένιωθα έτοιμη να ελευθερώσω την ψυχή μου ανάμεσα στα βουνά κάθε φορά που τα κοιτούσα.
Την δεύτερή μου εβδομάδα στο Rishikesh ανέβηκα στην ταράτσα ενός κτιρίου για να προσπαθήσω να εφαρμόσω τις τεχνικές διαλογισμού που μόλις είχα διδαχτεί. Το κτίριο ήταν το τελευταίο του χωριού, απέναντι του ήταν μόνο τα βουνά, πράσινα – πράσινα άγγιζαν τα σύννεφα και εύκολα φανταζόσουν ότι η κορυφή τους οδηγεί στην πόλη του Shiva που σερβίρουν μόνο μπλε ποτά. Έκατσα στο κέντρο της ταράτσας και έκλεισα τα μάτια μου και είδα φως και όχι σκοτάδι. Τίποτα δεν ήταν μαύρο πίσω από τα κλειστά βλέφαρα μου, όλα ήταν φωτεινά και λευκά. Και όταν άνοιξα τα μάτια μου ξανά, ένιωσα τα βουνά που προστατεύουν το χωριό να προστατεύουν και εμένα. Έτσι, άφησα το εαυτό μου να ξεκινήσει ένα παράξενο ταξίδι σε ένα τόπο που δεν έχει χρόνο, σε ένα τόπο ελεύθερο που ακολουθεί μονάχα τους ρυθμούς της φύσης, σε ένα τόπο που η ζωή είναι χρώμα χρυσαφί, οι θεοί μπλε και ιππεύουν τίγρεις, σε ένα τόπο που οι άνθρωποι δηλώνουν την υποταγή τους.