οι δημόσιες δαπάνες νοσηλείας, ασύλων αλλά και οι ποινές φυλάκισης -που είναι συχνές ανάμεσα σε χρόνια άστεγους- κοστίζουν στην πολιτεία περισσότερο απ’ ό,τι θα κόστιζαν αν τους στέγαζε.
Άστεγοι εθισμένοι σε ουσίες και αλκοόλ βρίσκουν στέγη χωρίς όρους και χωρίς ερωτήσεις. Αμέσως μετά, αναλαμβάνουν οι υπεύθυνοι της συμβουλευτικής, με τρόπο λίγο διαφορετικό απ’ ό,τι έχουμε συνηθίσει:
οι σύμβουλοι δίνουν πάντα στους άστεγους τον τελευταίο λόγο. «Οι άνθρωποι πίστευαν ότι αυτό είναι εντελώς τρελό», λέει ο κύριος Tsemberis. «Εννοείς ότι ακόμη και αν κάποιος υποτροπιάσει και πουλήσει όλα τα έπιπλα που του έδωσες για να αγοράσει π.χ. ναρκωτικά, δεν θα διωχθεί;» ρωτούσαν και εκείνος απαντούσε: «Όχι, δεν θα τον διώξουμε».
Ο Ελληνοκαναδός Sam Tsemberis δεν είχε ποτέ εκπαιδευτεί στο πώς να αντιμετωπίζει τους άστεγους. «Είμαι ένας ψυχολόγος. Ένας κλινικός γιατρός», τονίζει συχνά ο ίδιος. Στις αρχές της δεκαετίας του '90 όμως, στη Νέα Υόρκη, ήρθε σε επαφή με τους άστεγους μέσα από τη δουλειά του και έμαθε για τους κοινωνικούς τους κανόνες και τις τακτικές επιβίωσής τους. Ο Tsemberis έλαβε σύντομα 500.000 δολάρια χρηματοδότηση, τα οποία και χρησιμοποίησε για να παρακολουθήσει τι συνέβη σε 139 χρόνια άστεγους ανθρώπους που τους πρόσφεραν στέγαση και συμβουλευτικές υπηρεσίες.
Το 1997, τα αποτελέσματα ήταν εντυπωσιακά. Το 85% δεν είχε ξανακυλήσει σε εθισμούς.
Αρκετά χρόνια αργότερα, η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δοκίμασε αυτή την τακτική σε 734 άστεγους σε 11 πόλεις, βρίσκοντας πως το μοντέλο αυτό μειώνει δραματικά τα επίπεδα του εθισμού, καθώς και τα έξοδα που σχετίζονται με την υγεία κατά 50%.
Έχει περάσει πολύς καιρός από την εφαρμογή του μοντέλου. Και αυτές τις μέρες, το κράτος εξοικονομεί 8.000 δολάρια ανά άστεγο κάθε χρόνο.
Παρ' όλα αυτά κανένα ποσό δεν αποτελεί μεγαλύτερο επίτευγμα από τις μαρτυρίες των πρώην αστέγων. Όπως αυτή του Jerome Jackson, σχιζοφρενή και ναρκομανή, που ζούσε στους δρόμους επί δύο δεκαετίες. «Είπαν ότι θα μου βρουν σπίτι και το έκαναν. Μέσα σε τρεις μήνες. Στην αρχή είχα τρομάξει ότι αν υποκύψω στους εθισμούς μου θα μείνω και πάλι στον δρόμο. Αλλά δεν έχω μείνει άστεγος έκτοτε».